έξοχος


έξοχος
[эксохос] επ. превосходный, великолепный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "έξοχος" в других словарях:

  • ἔξοχος — standing out masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έξοχος — η, ο (AM ἔξοχος, ον) 1. (για πρόσ.) αυτός που υπερέχει, υπέροχος, διακεκριμένος («έξοχος συγγραφέας») 2. (για πράγμ.) εξαίρετος, άριστης ποιότητας («έξοχη παράσταση») 3. (υπερθετικό) τιμητικός τίτλος επίσημων προσώπων («εξοχότατε κύριε πρόεδρε»)… …   Dictionary of Greek

  • έξοχος — η, ο επίρρ. α 1. (για ανθρώπους), που εξέχει, που υπερέχει, εξαιρετικός, άριστος: Έξοχος ποδοσφαιριστής. 2. (για πράγματα), που έχει άριστη ποιότητα, εκλεκτός, πολύ καλός: Έξοχο ούζο. 3. το υπερθ., εξοχότατος ως τιμητικός τίτλος επίσημων προσώπων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξοχώτερον — ἔξοχος standing out masc acc comp sg ἔξοχος standing out neut nom/voc/acc comp sg ἔξοχος standing out adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξοχωτάτων — ἔξοχος standing out fem gen superl pl ἔξοχος standing out masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξοχωτέρων — ἔξοχος standing out fem gen comp pl ἔξοχος standing out masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξοχώτατα — ἔξοχος standing out adverbial superl ἔξοχος standing out neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξοχώτατον — ἔξοχος standing out masc acc superl sg ἔξοχος standing out neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξόχως — ἔξοχος standing out adverbial ἔξοχος standing out masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔξοχα — ἔξοχος standing out indeclform (adverb) ἔξοχος standing out neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)